Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Εξωσωματική Γονιμοποίηση
Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Με την τεχνική αυτή συλλέγονται ωάρια
από την γυναίκα και σπέρμα από τον άνδρα
και η γονιμοποίηση τους γίνεται
​-έξω από το σώμα- στο εργαστήριο.
Η τεχνική αυτή (IVF– invitrofertilization)
​άρχισε να δοκιμάζεται στα μέσα της δεκαετίας
του `70 ​από τον Πάτρικ Στέπτοου
& τον Ρόμπερτ Εντουαρντς,
​στην κλινική Bourn Hall του Λονδίνου.

Το 1978 το πρώτο μωρό που γεννήθηκε
ήταν η Λουϊζ Μπράουν.Η τεχνική αναπτύχθηκε αρχικά για να βοηθήσει γυναίκες που είχαν αποφραγμένες σάλπιγγες​(έτσι ώστε το σπέρμα και το ωάριο δεν μπορούσαν να συναντηθούν​ για μία φυσική γονιμοποίηση).Στη συνέχεια έχει χρησιμοποιηθεί για να αντιμετωπίσει ένα πολύ ευρύτερο φάσμα των διαταραχών γονιμότητας
(συμπεριλαμβανομένων των προβλημάτων σπέρματος,της ενδομητρίωσης,των ωοθηκικών προβλημάτων και της ανεξήγητης στειρότητας).

Για να έχουμε ένα λογικό ποσοστό επιτυχίας με IVF,περισσότερα από ένα ωάρια πρέπει να συλλεχθούν κατά τη διάρκεια του κύκλου κάθε προσπάθειας.

Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση των ορμονών γονιμότητας που είναι η χορήγηση ενέσιμων φαρμάκων με στόχο την πρόκληση πολλαπλής ωοθυλακιορρηξίας.​

Αρχές στην διαδικασία της IVF

Ο πρώτος στόχος είναινα ανασταλούν οι κανονικοί μηχανισμοί ελέγχου των ωοθηκών για φυσική την ωογένεση.Για να κάνουμε αυτό χρησιμοποιούμε έναν τύπο φαρμάκου γνωστό ως αγωνιστής GnRH.

Υπάρχουν διαφορετικές μορφές αυτού του φαρμάκου, το οποίο μπορεί να χορηγηθεί ως ρινικός ψεκασμός
- spray(π.χ. Suprefact) ή με την καθημερινή υποδόρια ένεση(Suprefact, Daronda, Arvecap).
Αυτό το βήμα στην επεξεργασία είναι σημαντικό δεδομένου ότι καθιστά τη διαδικασία πολύ απλούστερη,επιτρέπει σε μας να προγραμματίσουμε τον κύκλο ευκολότερα και τελικά,
εμφανίζεται να αυξάνει αισθητά την επιτυχία της προσπάθειας.

Σταματώντας τις ορμόνες του σώματος, μπορούμε έπειτα να χορηγήσουμε την ορμόνη εκείνη που απαιτείται για να παραχθεί ένας σημαντικός αριθμός ώριμων ωαρίων από τις ωοθήκες.
Η ορμόνη αυτή που χρησιμοποιούμε για να υποκινήσουμε τις ωοθήκες καλείται θυλακιοτρόπος ορμόνη
ή γοναδοτροπίνη (FSH) που είναι διαθέσιμη σε διάφορες μορφές,
οι οποίες δίνονται ως καθημερινή υποδόρια ή μερικές φορές ενδομυϊκή έγχυση.

Τα κοινά εμπορικά ονόματα αυτής της ορμόνης είναι Gonal-F, Puregon ,Altermon,Menogon.

Η ανάπτυξη των ωoθυλακίων που περιέχουν τα ωάρια ελέγχεται έμμεσα χρησιμοποιώντας τις εξετάσεις αίματος και άμεσα με την απεικόνιση της ωοθήκης στο ενδοκολπικό υπερηχογράφημα.

Μετά 8-15 ημέρες χορήγησης των γοναδοτροπινών και όταν το μέγεθος των ωοθυλακίων φθάσει τα 18 χιλιοστά,τα ωάρια θεωρούνται ώριμα και αναρροφόνται χρησιμοποιώντας μία ειδική βελόνα με άμεση όραση μέσω του ενδοκολπικού υπέρηχου και υπό ελαφρά αναισθησία.
Αυτή η τεχνική ονομάζεται ωοληψία.

Τα ωάρια συλλέγονται και τοποθετούνται στους ειδικούς σωλήνες όπου θα αναμιχθούν
με σπερματοζωάρια από τον σύζυγο.

Το σπέρμα που χορηγείται από τον σύζυγο την ίδια ημέρα της ωοληψίας και επεξεργάζεται χρησιμοποιώντας μια τεχνική έκπλυσης του σπέρματος και μετά από λίγες ώρες προστίθεται
στους σωλήνες που περιέχουν τα ωάρια.

Το πρωί της επόμενης ημέρας παρατηρούμε πόσα από τα ωάρια που συλλέξαμε έχουν γονιμοποιηθεί.
Τα έμβρυα παραμένουν συνολικά 2 έως 3 ημέρες στο εργαστήριο, επιλέγονται τελικά το πολύ 4
από αυτά που έχουν χαρακτηρισθεί "καλής ποιότητας" και μεταφέρονται στη μήτρα με μία διαδικασία που ονομάζεται εμβρυομεταφορά.

Εμβρυομεταφορά

Η εμβρυομεταφορά είναι κατά κανόνα ανώδυνη και δεν απαιτεί αναισθησία.​
Η γυναίκα ξαπλώνει σε γυναικολογική θέση και ο ιατρός αποκαλύπτει τον τράχηλο της μήτρας
με έναν κολποδιαστολέα.Ο τράχηλος πλένεται προσεκτικά για να αφαιρεθεί η βλέννα.
Ο εμβρυολόγος προετοιμάζει έναν λεπτό πλαστικό καθετήρα, μέσα στον οποίον αναρροφά τα έμβρυα με μία μικρή σύριγγα, σε μία σταγόνα καλλιεργητικού υλικού.Όταν όλα είναι έτοιμα,
ο καθετήρας εισάγεται,δια μέσου του τραχήλου και τα έμβρυα εναποτίθενται υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση μέσα στη ενδομητρική κοιλότητα.Είναι αρκετά σπάνιο να “επιστρέψουν” έμβρυα στο εργαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία επαναλαμβάνεται.​

Ένας κύκλος IVF επομένως διαρκεί περίπου 3 εβδομάδες, από την παύση των ορμονικών μηχανισμών ελέγχου του σώματος μέχρι την εμβρυομεταφορά.Από την στιγμή αυτή απαιτούνται 12-14 ακόμα ημέρες για να μάθουμε το αποτέλεσμα με το 1ο τέστ κυήσεως.

Παράδειγμα ενός κύκλου

Το διάγραμμα παρουσιάζει κατωτέρω πόσο καιρό χρειάζεται ένας κύκλος IVF.

Ο κύκλος χωρίζεται σε τρία στάδια:

Καταστολή
(που σταματά τους μηχανισμούς ελέγχου του σώματος για την ωογένεση)
​​Ωοθηκική διέγερση
(για να υποκινήσουν την ανάπτυξη ενός αριθμού ώριμων ωαρίων)
​​​​​​Ωοληψία- εμβρυομεταφορά και αναμονή του αποτελέσματος

Ποσοστά Επιτυχίας​

Για να αποτιμήσουμε την επιτυχία ή όχι ενός κύκλου εξωσωματικής γονιμοποίησης εφαρμόζουμε πολλούς αριθμητικούς δείκτες που απαριθμούν πόσο θετικά τέστ κυήσεως έχουμε ή πόσο έμβρυα εμφυτεύονται μετά κάθε εμβρυομεταφορά.

Θεωρούμε ότι ο πιο αντιπροσωπευτικός δείκτης είναι αυτός που μας δείχνει πόσα τελειόμηνα παιδιά γεννιούνται ανά 100 γυναίκες που ξεκινούν κάποιο από τα προγράμματα IVF

Αθροιστικά τα αποτελέσματα φαίνονται στον παρακάτω πίνακα​ ανάλογα με την ηλικία της γυναίκας που φαίνεται να είναι και​ ο κυριότερος προγνωστικός παράγοντας για την τελική επιτυχία.

Μικρο-γονιμοποίηση

Σε ορισμένες περιπτώσεις η γονιμοποίηση μέσω της διαδικασίας, την οποία περιγράψαμε, είναι αδύνατη,είτε διότι τα σπερματοζωάρια του συζύγου δεν κινούνται επαρκώς , είτε διότι ο αριθμός τους είναι πολύ περιορισμένος, είτε διότι τα σπερματοζωάρια δεν έχουν γονιμοποιήσει σε προηγούμενες προσπάθειες.
Στην περίπτωση αυτή έχουμε την δυνατότητα να υποβοηθήσουμε την διείσδυσή τους στο ωάριο,εφαρμόζοντας την μέθοδο της μικροχειρουργικής γονιμοποιήσεως (μικρογονιμοποιήσεως).
Η τεχνική αυτή ονομάζεται ενδο-ωαριακή ένεση σπερματοζωαρίου (intra-cytoplasmicsperminjection, ICSI).

Η μέθοδος ICSI προτείνεται κατά κανόνα όταν :

το σπέρμα περιέχει λιγότερα από 500.000 κινητά σπερματοζωάρια μετά την επεξεργασία το σπέρμα
δεν περιέχει κινητά σπερματοζωάρια,τα σπερματοζωάρια δεν έχουν ακρόσωμα ,στερούνται δηλ. του ειδικού ενζύμου που τους επιτρέπει να διεισδύσουν στο ωάριο (πρόκειται για μία σπάνια μορφή κληρονομικής τερατοσπερμίας που ονομάζεται γλοβοζωοσπερμία),τα σπερματοζωάρια εμφανίζουν εκτεταμένες συγκολλήσεις (ανοσολογικό αίτιο υπογονιμότητας η συγκόλληση των σπερματοζωαρίων εμποδίζει παθητικά την κίνησή τους ) έχει διαπιστωθεί κατά το παρελθόν αποτυχία γονιμοποιήσεως σε 2 συνεχόμενες προσπάθειες.
Η διαδικασία είναι ακριβώς η ίδια για την σύζυγο,η οποία υποβάλλεται κανονικά σε διέγερση της ωοθηκηκικής λειτουργίας και σε ωοληψία. Στην συνέχεια , τα ωάρια υποβάλλονται σε μία ειδική κατεργασία με ένα ένζυμο,ώστε να αφαιρεθούν τα κοκκώδη κύτταρα.
Το βήμα αυτό είναι απαραίτητο, διότι οι κοκκώδεις στοιβάδες δεν διαπερνώνται από τα σπερματοζωάρια όπως συμβαίνει κατά την απλή καλλιέργεια, και εμποδίζουν τον χειρισμό των ωαρίων.

Όταν τα ωάρια καθαρισθούν πλήρως ,μπορούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια την πυρηνική ωριμότητά τους.Υπενθυμίζουμε ότι η παρατήρηση του ωοφόρου λόφου είναι ως επί το πλείστον υποκειμενική και συχνά βλέπουμε να γονιμοποιούνται ωάρια τα οποία θεωρούσαμε ανώριμα, ή να μην γονιμοποιούνται ωάρια που είχαμε κατατάξει ως ώριμα. Αυτό συμβαίνει επειδή η παρουσία των κοκκωδών κυττάρων δυσχεραίνει την παρατήρηση. Εάν όμως τα κοκκώδη κύτταρα έχουν απομακρυνθεί, τότε μπορούμε να δούμε πόσα ωάρια είναι ώριμα, παρατηρώντας το πολικό σωμάτιο, η παρουσία του οποίου υποδηλώνει ότι το ωάριο είναι ώριμο.Τα ωάρια με πολικό σωμάτιο είναι τα μόνα στα οποία εφαρμόζουμε την ένεση σπερματοζωαρίου.

Επίσης ο σύζυγος χορηγεί σπέρμα την ημέρα της ωοληψίας. ​Μετά την λήψη του σπέρματος και ανάλογα με τον αριθμό και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων,εφαρμόζεται η επεξεργασία επιλογής τους σε Percoll, με μικρές τροποποιήσεις.​Εάν το δείγμα σπέρματος δεν επαρκέσει, ζητούμε από τον σύζυγο να χορηγήσει ένα 2ο δείγμα, μερικές ώρες αργότερα.

Κατά την κυρίως εργαστηριακή φάση, τα ωάρια τοποθετούνται στο μικροσκόπιο ένα-ένα διαδοχικά,
μέσα σε μία σταγόνα ειδικού καλλιεργητικού υγρού και συγκρατούνται με τη βοήθεια ενός μικροχειριστηρίου,ένα λεπτό γυάλινο σωλήνα (πιπέττα συγκρατήσεως).
Σε μία διπλανή σταγόνα τοποθετούνται σπερματοζωάρια και με τη βοήθεια ενός δεύτερου μικροχειριστηρίου,
αναρροφούμε ένα σπερματοζωάριο και το τοποθετούμε μέσα στο ωάριο τρυπώντας τη μεμβράνη του.
Τα γονιμοποιηθέντα αυτά ωάρια τοποθετούνται και πάλι στον επωαστικό κλίβανο, υπό συνθήκες καλλιέργειας.Είναι σχεδόν αδύνατο
να προκύψουν πολυσπερμικά έμβρυα με την μέθοδο αυτήν,
αφού η γονιμοποίηση ελέγχεται πλήρως.Το ποσοστό γονιμοποιήσεως μετά από ICSI είναι υψηλό και κυμαίνεται κατά κανόνα μεταξύ 80-90%.Ωστόσο, σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις δεν επιτυγχάνεται γονιμοποίηση.

Σημειωτέον ότι ένα μικρό ποσοστό των ωαρίων υφίστανται βλάβες κατά την διαδικασία αυτή παρά τις προφυλάξεις που λαμβάνουμε.Ωστόσο τα ωάρια τα οποία έχουν ανεχθεί την διαδικασία και διατηρούν κανονική όψη μερικά λεπτά μετά την ένεση, αναπτύσσονται φυσιολογικά.

Η εμπειρία αποδεικνύει ότι τα έμβρυα που προκύπτουν μετά από μικρο-γονιμοποίηση είναι απολύτως φυσιολογικά.Οι πλέον πρόσφατες μελέτες των νεογνών που γεννήθηκαν με την μέθοδο ICSI έδειξαν ότι το ποσοστό συγγενών ανωμαλιών και άλλων βλαβών είναι σχεδόν το ίδιο με το αντίστοιχο ποσοστό στον γενικό πληθυσμό.Επομένως,η διαδικασία αυτή θεωρείται ασφαλής και ακίνδυνη για το έμβρυο.

Τέλος, έχει παρατηρηθεί ότι το ποσοστό εμφυτεύσεως ανά μεταφερόμενο έμβρυο είναι ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό της απλής εξωσωματικής γονιμοποιήσεως.

Θεωρείται ότι αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ελεγχόμενη γονιμοποίηση και αφ’ ετέρου στην οπή
που διανοίγεται στην διαφανή ζώνη από την είσοδο της βελόνης ενέσεως η οπή αυτή διευκολύνει την εμφύτευση του έμβρυο στο ενδομήτριο.

Η γονιμοποίηση των ωαρίων εκτιμάται το επόμενο πρωί (παρατηρούμε τους 2 προ-πυρήνες).
Όπως και κατά την απλή εξωσωματική γονιμοποίηση,τα καλύτερα έμβρυα επιλέγονται για εμβρυομεταφορά

 

Κατάψυξη Εμβρύων

Κατά την προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποιήσεως και ιδιαίτερα στα νέα ζευγάρια, συχνά προκύπτει μεγάλος αριθμός εμβρύων.​
Μετά την εμβρυομεταφορά, δεν είναι σπάνιο να υπάρχουν ακόμη αρκετά έμβρυα καλής ποιότητος.
Τα έμβρυα αυτά μπορούν να διατηρούν κατεψυγμένα ώστε να μεταφερθούν στην μήτρα αργότερα.

Κατά την διαδικασία της καταψύξεως, τα έμβρυα τοποθετούνται σε ειδικά πλαστικά σωληνάρια (παγέτες),τα οποία σφραγίζονται ερμητικά.
Με τη βοήθεια ενός μηχανήματος, η θερμοκρασία τους μειώνεται προοδευτικά μέχρι τους -196C
(θερμοκρασία του υγρού αζώτου).Τέλος, οι παγέτες αποθηκεύονται σε ειδικά δοχεία υγρού αζώτου.
​Η κατάψυξη υπό τις συνθήκες αυτές μπορεί να παραταθεί για μεγάλο διάστημα (μέχρι και μια πενταετία).​

Η κατάψυξη των εμβρύων παρέχει στο ζευγάρι την δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει μελλοντικά
χωρίς να απαιτείται εκ νέου διέγερση της ωοθηκικής λειτουργίας, ωοληψία και εξωσωματική καλλιέργεια.
Τα έμβρυα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν εάν η προσπάθεια του ζευγαριού έχει μεν επιτύχει, αλλά οι γονείς επιθυμούν να αποκτήσουν και ένα ακόμη παιδί.Στην αντίθετη περίπτωση, εάν η προσπάθεια έχει αποτύχει, τα έμβρυα μπορούν να αποψυχθούν και να μεταφερθούν στην μητρική κοιλότητα σε έναν επόμενο κύκλο. Κατά τον κύκλο αυτόν εφαρμόζεται απλώς μια φαρμακευτική αγωγή και την προετοιμασία του ενδομητρίου και πραγματοποιείται η εμβρυομεταφορά.

Ακόμη, η κατάψυξη εφαρμόζεται εάν κριθεί ότι το ενδομήτριο δεν είναι ικανοποιητικά προετοιμασμένο
για να δεχθεί τα έμβρυα κατά τον κύκλο της εξωσωματικής γονιμοποιήσεως.
Στην περίπτωση αυτή η κατάψυξη επιτρέπει να αναβάλλουμε για μερικές εβδομάδες μια εμβρυομεταφορά η οποία έχει μικρές πιθανότητες επιτυχίας.

Η κατάψυξη δημιουργεί διάφορα δεοντολογικά και ηθικά θέματα,επειδή ισοδυναμεί με αναστολή της ζωής των εμβρύων για όσο διάστημα διαρκεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον τα ζευγάρια υπογράφουν ένα ειδικό “συμφωνητικό καταψύξεως”, στο οποίο περιγράφονται οι όροι που διέπουν την ιατρική αυτή πράξη.
Το συμφωνητικό υπογράφεται και από τον υπεύθυνο εμβρυολόγο που πραγματοποίησε την κατάψυξη, συντάσσεται εις διπλούν, και το ζευγάρι διατηρεί ένα αντίγραφο
(το αντίτυπο φυλάσσεται στα αρχεία του Εργαστηρίου).

Οι κανόνες είναι οι εξής:​

Η κατάψυξη είναι αυστηρώς προσωπική, αφορά δηλαδή το συγκεκριμένο ζευγάρι και απαιτούνται
οι υπογραφές και των δύο συζύγων για την κατάψυξη των εμβρύων.

Θεωρούμε ότι τα έμβρυα ανήκουν αποκλειστικά στο ζευγάρι από κοινού και σε καμία περίπτωση
δεν επιτρέπουμε την εκχώρησή τους σε έναν από τους δύο συζύγους χωρίς την παρουσία του άλλου.

Δεδομένου ότι η συντήρηση καταναλώνει συνεχώς άζωτο, ένα σχετικά ακριβό υγροποιημένο αέριο,
το ζευγάρι συμμετέχει κατά ένα μέρος στο κόστος, καταβάλλοντας “φύλακτρα”.
Τα φύλακτρα καταβάλλονται προκαταβολικά για περίοδο ενός έτους.
Η συντήρηση μπορεί να παραταθεί το πολύ μέχρι πέντε έτη.

Με την πάροδο κάθε ετησίας περιόδου και εφ’ όσον τα έμβρυα δεν έχουν αποψυχθεί το ζευγάρι ανανεώνει την κρυοσυντήρηση για μια ακόμη περίοδο, καταβάλλοντα τα ετήσια φύλακτρα.
Εάν δεν επιθυμεί την παράταση της κρυοσυντήρησης, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την καταστροφή των εμβρύων υπό την προϋπόθεση ότι και οι δύο σύζυγοι υπογράφουν την σχετική εντολή καταστροφής οι σύζυγοι έχουν την επιλογή να δωρίσουν τα έμβρυα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι θα υπογράψουν και οι δύο ένα σχετικό έντυπο με το οποίο δηλώνουν υπεύθυνα ότι αποποιούνται όλων των γονικών δικαιωμάτων τους.
Η δωρεά δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση προτού παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος κρυοσυντηρήσεως.
Τα έμβρυα δεν έχουν όλα την ίδια ικανότητα να αντεπεξέλθουν στον κύκλο καταψύξεως- αποψύξεως.
Κατά μέσον όρο, ένα ποσοστό της τάξεως του 20-30% των κυττάρων καταστρέφονται κατά την διαδικασία αυτή.
Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι τα έμβρυα που ανέχονται την κατάψυξη έχουν το ίδιο δυναμικό εμφυτεύσεως όπως και τα νωπά, και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφυτευτούν(αυτό οφείλεται στο ότι η κατάψυξη επιβάλλει ένα είδος συμπληρωματικής “επιλογής” των καλυτέρων εμβρύων). Η διαδικασία επομένως να θεωρείται απολύτως ασφαλής.
Όλες οι σχετικές μελέτες υποδηλώνουν ότι τα τέκνα που έχουν γεννηθεί από έμβρυα τα οποία είχαν υποβληθεί σε κατάψυξη είναι φυσιολογικά και δεν εμφανίζουν αύξηση των χρωμοσωμικών ή άλλων βλαβών.

ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ – ΜΕΘΟΔΟΣ ΒΛΑΣΤΟΚΥΣΤΕΩΝ

Προτείνουμε να τοποθετούνται τελικά στη μήτρα το πολύ δύο βλαστοκύστεις,επειδή ο κίνδυνος πολλαπλάσιων γεννήσεων θα ήταν πιθανώς απαράδεκτα υψηλός εάν τοποθετούσαμε περισσότερες.​
Συνεπεία μιας μεταφοράς βλαστοκύστεων, το γενικό ποσοστό εγκυμοσύνης μπορεί να είναι μεγαλύτερο από αυτό που έχουμε όταν μεταφέρουμε στη μήτρα 3-4 έμβρυα 2ης ή 3ης ημέρας.
Η ανάπτυξη βλαστοκύστεων είναι μια νέα τεχνολογία για την ανθρώπινη αναπαραγωγική ιατρική.
Προσδοκούμε ότι σύντομα θα επιτευχθεί παραπέρα βελτίωση των τεχνικών για μεγαλύτερα ποσοστά επιτυχίας.

Βασικές Πληροφορίες

Η τεχνολογία στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή με την εξωσωματική γονιμοποίηση έδωσε διέξοδο σε εκατομμύρια ζευγάρια να αποκτήσουν ένα παιδί.Τα προηγούμενα χρόνια χρησιμοποιώντας την τεχνική αυτή, υπήρξαν πολλά διλήμματα τόσο στα ποσοστά επιτυχίας που παραμένουν χαμηλά όσο και στον αντίποδα στο ιατρικό πρόβλημα της διατήρησης των τυχόν πολύδυμων κυήσεων.
Πιο συγκεκριμένα, έχει καθιερωθεί σε κάθε προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης να μεταφέρονται τελικά στη μήτρα 3-4 έμβρυα ώστε να έχουμε κατά μέσον όρο κύηση στο 30-40% των γυναικών αυτών. Φαίνεται από τα νούμερα αυτά ότι τα περισσότερα έμβρυα​ αν και τοποθετούνται στη μήτρα ''υγιή'' τελικά ''πεθαίνουν'' και δεν προχωρούν σε ολοκληρωμένη κύηση.​
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι γι αυτό το φαινόμενο.Η φύση έχει τους δικούς της νόμους και κανόνες στην αναπαραγωγή​του ανθρώπου.Άλλωστε και στην φυσική σύλληψη η γυναίκα δεν συλλαμβάνει κάθε μήνα !

Τοποθετώντας 3-4 έμβρυα στην μήτρα με την ελπίδα να αναπτυχθεί τελικά ένα από αυτά,
υπάρχει και η μικρή πιθανότητα να αναπτυχθούν 2 ή 3 ή και 4 μωρά!

Η περάτωση όμως μιάς τρίδυμης ή μιάς τετράδυμης εγκυμοσύνης είναι πολύ δύσκολη.
Πάνω από τις μισές περιπτώσεις τα μωρά γεννιούνται πολύ πρόωρα με δυσάρεστα επακόλουθα
τόσο για την επιβίωση τους όσο και για την νοητική και σωματική τους ανάπτυξη.

Έχει καθιερωθεί σε αυτές τις περιπτώσεις κατά το μέσο του 3ου μήνα,
με μια ειδική τεχνική να θανατώνονται 1 έως 2 έμβρυα ώστε η κύηση να συνεχίζει τουλάχιστον ως δίδυμη,
όπου ο κίνδυνος προωρότητας δεν είναι μεγάλος.

Για να αποφύγουμε όλα αυτά τα προβλήματα,αναζητήθηκε μία μέθοδος που θα έχουμε τα ίδια ποσοστά επιτυχίας χωρίς τον φόβο των πολύδυμων κυήσεων. Αυτή ήταν η μέθοδος των βλαστοκύστεων.

Βλαστοκύστη ονομάζεται ένα φυσιολογικό έμβρυο που βρίσκεται μετά την 5η ημέρα της ζωής του, αποτελείται από δεκάδες κύτταρα γεγονός που αποτελεί ισχυρό κριτήριο παραπέρα συνέχισης της ανάπτυξης του.

Μέχρι προ τινος, τα έμβρυα παρέμεναν στο εργαστήριο και μεταφέρονταν στη μήτρα το πολύ μέσα σε 3 ημέρες από την γονιμοποίηση.

Ο λόγος ήταν ότι δεν υπήρχαν τα κατάλληλα θρεπτικά υλικά και μέσα για να διατηρηθούν εκτός σώματος.
Επομένως, πολλά έμβρυα θα πέθαιναν πριν να αναπτυχθούν σε βλαστοκύστεις.
Νέα θρεπτικά μέσα είναι τώρα διαθέσιμα που στηρίζουν την αύξηση εμβρύων του εργαστηρίου
για πολλές ημέρες.

Τα θεωρητικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των Bλαστοκύστεων

Η μεταφορά και εμφύτευση γίνεται πιό κοντά στο φυσικό χρόνο, άρα μιμούμαστε καλύτερα τη φύση.
Δηλαδή, σε μία φυσιολογική σύλληψη το έμβρυο ''αιωρείται''στην σάλπιγγα της γυναίκας για 5-7 ημέρες
και μετά εμφυτεύεται στη μήτρα.Η ικανότητα των εμβρύων να αναπτυχθούν στο εργαστήριο
για μια μακρύτερη περίοδο μπορεί να είναι μια μέθοδο για τα καλύτερα ποιοτικά έμβρυα
που θα έχουν τελικά και την μεγαλύτερη πιθανότητα να επιβιώσουν.
Ένα έμβρυο που πεθαίνει στο εργαστήριο προτού να αναπτυχθεί σε βλαστοκύστη
δεν θα είχε συνεχίσει να αναπτύσσεται ούτε μέσα στη μήτρα.
Επειδή μέσα στη μήτρα οι βλαστοκύστεις έχουν πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτυχθούν,
γίνεται εμβρυομεταφορά μόνο 2 εξ αυτών για να διατηρήσουμε το αποδεκτό ποσοστό εγκυμοσύνης.
Δηλαδή, το ποσοστό εγκυμοσύνης είναι πολύ υψηλότερο όταν τα έμβρυα τοποθετούνται στη μήτρα ευρισκόμενα στην 5η έως 7η ημέρα της ζωής τους.​
Η μεταφορά λιγότερων εμβρύων θα μειώσει την επίπτωση των πολύδυμων κυήσεων
Η τεχνική αυτή προσφέρει περισσότερη αξία στις γυναίκες που έχουν έναν μεγαλύτερο αριθμό εμβρύων (τουλάχιστον 8).Εάν ο αρχικός αριθμός εμβρύων είναι μικρός,η πιθανότητα κανένα έμβρυο να μην γίνει βλαστοκύστη είναι υψηλότερη.Κανένας δεν ξέρει εάν μερικά από τα έμβρυα που πεθαίνουν στο εργαστήριο θα είχαν αναπτυχθεί σε μια κανονική εγκυμοσύνη εάν είχαν μεταφερθεί στη μήτρα σε ένα πιό αρχικό στάδιο.Η μέθοδος βλαστοκύστεων δεν εγγυάται πάντα μια κανονική εγκυμοσύνη.
Αναμένουμε ότι μερικές εγκυμοσύνες θα σταματήσουν μετά από ένα σημείο (παλίνδρομη κύηση)
και μερικά έμβρυα θα έχουν την ίδια πιθανότητα να αναπτύξουν συγγενή ανωμαλία γέννησης
παρόμοιες με αυτήν που εμφανίζεται στα ζεύγη που είναι σε θέση να επιτύχουν την εγκυμοσύνη φυσιολογικά.

Προτείνουμε να τοποθετούνται τελικά στη μήτρα το πολύ δύο βλαστοκύστεις,
επειδή ο κίνδυνος πολλαπλάσιων γεννήσεων θα ήταν πιθανώς απαράδεκτα υψηλός
εάν τοποθετούσαμε περισσότερες.

Συνεπεία μιας μεταφοράς βλαστοκύστεων,το γενικό ποσοστό εγκυμοσύνης μπορεί να είναι μεγαλύτερο από αυτό
που έχουμε όταν μεταφέρουμε στη μήτρα 3-4 έμβρυα 2ης ή 3ης ημέρας.​
H ανάπτυξη βλαστοκύστεων είναι μια νέα τεχνολογία για την ανθρώπινη αναπαραγωγική ιατρική.
Προσδοκούμε ότι σύντομα θα επιτευχθεί παραπέρα βελτίωση των τεχνικών για μεγαλύτερα ποσοστά επιτυχίας.

Συμπέρασμα

Η μεταφορά βλαστοκύστεων διατηρεί υψηλά ποσοστά επιτυχίας,
αποφεύγοντας τα προβλήματα των πολύδυμων κυήσεων.

Από την καθημερινή μας ενασχόληση διαπιστώνουμε ότι αυτό που πολύς κόσμος νομίζει
για την τεχνική αυτή είναι το ότι μπορούμε να μετατρέψουμε ακόμα και ένα χαμηλά ποιοτικά έμβρυο
σε βλαστοκύστη.Αυτό αποτελεί μία λανθασμένη εντύπωση που δεν μπορεί να γίνει αληθινή.

Πρέπει να τονισθεί και πάλι ότι η τελική επιτυχία εξαρτάται από την ενδογενή ικανότητα του εμβρύου
να αναπτυχθεί.Μέσα στο εργαστήριο απλά το διατηρούμε στη ζωή και επιλέγουμε τα καλύτερα ποιοτικά έμβρυα για τοποθέτηση στη μήτρα.